ΑΛΛΕΡΓΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Αναφυλαξία


Η αναφυλαξία αποτελεί την πιο σοβαρή, δυνητικά θανατηφόρα αλλεργική αντίδραση. Είναι μία αντίδραση η οποία εμφανίζεται μέσα σε λίγα λεπτά από την επαφή με το αλλεργιογόνο και εξελίσσεται πολύ γρήγορα. Για το λόγο αυτό η σωστή ενημέρωση τόσο για την έγκαιρη αναγνώριση των πρώτων συμπτωμάτων, όσο και για τη σωστή αντιμετώπιση είναι εξαιρετικά σημαντική.
 
Η αναφυλαξία μπορεί να εμφανιστεί με έντονα συμπτώματα από διάφορα συστήματα:
 
-Δέρμα: κνησμό (φαγούρα), εξάνθημα, αγγειοοίδημα (πρήξιμο) κ.ά.
-Αναπνευστικό: δύσπνοια, βραχνάδα, συριγμό (σφύριγμα αναπνοής) κ.ά.
-Γαστρεντερικό: κοιλιακό πόνο, ναυτία, έμετο, διάρροια
-Καρδιαγγειακό: ζάλη, αδυναμία, πτώση πίεσης, απώλεια αισθήσεων
 
Για παράδειγμα, κάποιος τρώει ένα φιστίκι και μέσα σε λίγα λεπτά εμφανίζει εξάνθημα, πρήζεται, έχει δύσπνοια, κάνει εμετό, ή τσιμπιέται από μέλισσα και αμέσως παρουσιάζει διάρροια και απώλεια αισθήσεων.
Τα μικρότερα παιδιά μπορεί να χρησιμοποιούν εκφράσεις όπως «αυτό το φαγητό με καίει πολύ, ή με γαργαλάει ο λαιμός μου»
 
Τα συχνότερα αίτια αναφυλαξίας είναι:
 
Τροφές: Οποιαδήποτε τροφή μπορεί δυνητικά να είναι αίτιο αλλεργικής αντίδρασης. Σχετικά μπορείτε να βρείτε εδώ.
 
Τσιμπήματα από έντομα: Το δηλητήριο των εντόμων όπως οι μέλισσες και τα διάφορα είδη σφήκας προκαλεί συνήθως τοπικά συμπτώματα στους περισσότερους ανθρώπους. Εντούτοις, σε ανθρώπους με αλλεργία στα δηλητήρια αυτά, οι αντιδράσεις μπορεί να είναι επικίνδυνες ακόμα και θανατηφόρες. Περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Φάρμακα: Όλα τα φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση ακόμα και αναφυλαξία. Περισσότερα για τη φαρμακευτική αλλεργία μπορείτε να βρείτε εδώ.
 
Λιγότερο συχνά αίτια:
 
Λάτεξ: Μερικά προϊόντα κατασκευασμένα από φυσικό λάστιχο (λάτεξ) περιέχουν αλλεργιογόνα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές αντιδράσεις σε ευαίσθητα άτομα. Ο κίνδυνος έντονων αντιδράσεων αυξάνει όταν το λάτεξ έρχεται σε επαφή με εσωτερικές επιφάνειες του σώματος π.χ. στη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης καθώς έτσι τα αλλεργιογόνα μπορούν να απορροφηθούν ταχύτατα.
 
Σωματική Άσκηση: Αν και είναι σπάνιο, η σωματική άσκηση μπορεί να προκαλέσει αναφυλαξία. Παραδόξως, δεν εκδηλώνεται έπειτα από κάθε άσκηση και σε μερικές περιπτώσεις εκδηλώνεται μόνο μετά την κατανάλωση ορισμένων τροφών πριν την άσκηση.
 
Άλλα: σπανιότερα, η αναφυλαξία έχει συνδεθεί με την έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες (αναφυλαξία στο κρύο).
Ιδιαίτερη μνεία χρήζει ο ασθενής με επαναλαμβανόμενα αλλεργικά σοκ ο οποίος χρήζει διαγνωστικής προσέγγισης σχετικά με πιθανή μαστοκυττάρωση.

Η αντιμετώπιση της αναφυλαξίας είναι επείγουσα. ΠΡΟΣΟΧΗ: Η εξέλιξη των συμπτωμάτων είναι ταχύτατη, δεν πρέπει να χάνουμε χρόνο! Μετά την αναγνώριση των συμπτωμάτων πρέπει να χορηγηθεί γρήγορα αδρεναλίνη. Στην ελληνική αγορά κυκλοφορεί ειδικό σκεύασμα αδρεναλίνης σε προγεμισμένη σύριγγα με τη μορφή “στυλό”. Η αδρεναλίνη είναι η πρώτη και μοναδική αποτελεσματική θεραπεία της αναφυλαξίας. Η κοινή πεποίθηση ότι η θεραπεία μιας αναφυλακτικής αντίδρασης είναι η ένεση κορτιζόνης είναι εσφαλμένη. Μετά τη χορήγηση αδρεναλίνης, υπάρχει χρόνος να χορηγηθούν και τα δευτερεύοντα φάρμακα (κορτιζόνη, αντιισταμινικά, εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά) και να κληθεί η άμεση βοήθεια (ΕΚΑΒ).

Κάθε ασθενής με ιστορικό αναφυλαξίας πρέπει να έχει ΠΑΝΤΑ μαζί του σετ φαρμάκων αντιμετώπισης ενδεχόμενης αναφυλαξίας αλλά και σαφείς οδηγίες του πότε και πως θα τα χρησιμοποιήσει.
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα επικοινωνίας με το θεράποντα Αλλεργιολόγο (όνομα, τηλέφωνο).

Η διαρκής εκπαίδευση από τον Αλλεργιολόγο στην αναγνώριση συμπτωμάτων της αναφυλαξίας και στον τρόπο αντιμετώπισής της είναι ζωτικής σημασίας και μπορεί να σώσει τη ζωή του αλλεργικού ασθενή. Στο αλλεργικό σοκ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΧΑΣΙΜΟ! Η έγκαιρη αναγνώριση και ενημέρωση πολλές φορές είναι αρκετή για να σωθεί μία ζωή.


Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις ο Αλλεργιολόγος μπορεί να προτείνει συγκεκριμένες θεραπείες με στόχο την οριστική θεραπεία, όπως για παράδειγμα, εμβόλια απευαισθητοποίησης προκειμένου να εξαλειφθεί ο κίνδυνος αναφυλαξίας από τσιμπήματα εντόμων.

Αλλεργική ρινίτιδα

image-238470-αλλεργική_ρινίτιδα.jpg

Η αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί ένα από τα συχνότερα αλλεργικά νοσήματα. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στα 4 άτομα πάσχει από αλλεργική ρινίτιδα στις δυτικές κοινωνίες.
Ως αλλεργική ρινίτιδα ορίζεται η φλεγμονή του επιθηλίου της μύτης που συνοδεύεται από συμπτώματα όπως, καταρροή (πρόσθια ή οπίσθια), πταρμούς (φταρνίσματα), συμφόρηση (μπούκωμα) με συνοδό κνησμό της μύτης ή του φάρυγγα. Πολύ συχνά, ταυτόχρονα προσβάλλονται και τα μάτια τα οποία εμφανίζουν ερυθρότητα, δακρύρροια ή και έντονο κνησμό. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα. Προκαλείται από την υπερβολική αντίδραση του οργανισμού έναντι διαφόρων αλλεργιογόνων που βρίσκονται στην ατμόσφαιρα και ονομάζονται αεροαλλεργιογόνα.
 Αυτά ανάλογα με τη συγκέντρωση τους στον αέρα χωρίζονται σε 2 κατηγορίες: τα ολοετή και τα εποχικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα ακάρεα οικιακής σκόνης, το επιθήλιο των κατοικίδιων ζώων και οι μύκητες. Η έκθεση σε αυτά συμβαίνει καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους και ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα συνήθως με εξάρσεις και υφέσεις. Στους ασθενείς αυτούς πολύ συχνά γίνεται λανθασμένα η διάγνωση χρόνιας ιγμορίτιδας ή άλλων επίμονων λοιμώξεων με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χωρίς λόγω επί μακρόν αντιβιοτική αγωγή. Στα εποχικά αλλεργιογόνα ανήκουν οι γύρεις από διάφορα φυτά (δέντρα, γρασίδια, ζιζάνια). Ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα μόνο κατά την εποχή ανθοφορίας του φυτού στο οποίο είναι αλλεργικός, αν και η κλιματική αλλαγή έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές τόσο στη διάρκεια, όσο και στην ποιότητα της ανθοφορίας.
​Η αλλεργική ρινίτιδα επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής των ασθενών, την απόδοση στην εργασία και στο σχολείο καθώς και τις κοινωνικές συναναστροφές. Επιπλέον, προδιαθέτει σε χρόνια παραρρινοκολπίτιδα, ωτίτιδα, ρινικούς πολύποδες, άπνοια και φυσικά εμφάνιση άσθματος. Επομένως, η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή της είναι εξαιρετικά σημαντική.

Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας γίνεται με βάση το ιστορικό του ασθενή και την αντικειμενική εξέταση. Ο ειδικός αλλεργιολόγος θα εκτελέσει τις δερματικές δοκιμασίες νυγμού (skin prick tests) που δίνουν αποτέλεσμα σε 15-20 λεπτά. Οι αιματολογικές εξετάσεις για συγκεκριμένα αλλεργιογόνα υποστηρίζουν όμως δεν αντικαθιστούν τις δερματικές δοκιμασίες. Ο εντοπισμός του υπεύθυνου αλλεργιογόνου είναι πολύ σημαντικός καθώς επιτρέπει να δοθούν οι κατάλληλες οδηγίες αποφυγής αλλά και να οριστεί η διάρκεια και το είδος της θεραπείας.

Η αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας βασίζεται στα εξής:

Α. Αποφυγή αλλεργιογόνου: Εφόσον αναγνωριστεί το υπεύθυνο αλλεργιογόνο, δίνονται στον ασθενή οδηγίες για την -όσο το δυνατό- αποφυγή του. Δυστυχώς, η πλήρης αποφυγή στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αδύνατη.

Β. Συμπτωματική θεραπεία: Αποτελεί θεραπεία ελέγχου των συμπτωμάτων. Δεν επηρεάζει τη φυσική πορεία της νόσου, ενώ το πότε πρέπει να ξεκινά και πόσο θα διαρκεί απαιτεί γνώση της εποχικής κατανομής των αλλεργιογόνων. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται επιλέγονται με βάση το είδος των συμπτωμάτων του ασθενή και τη βαρύτητά τους. Τα κύρια φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι τα αντιισταμινικά και τα ενδορρινικά στεροειδή.

Γ. Ανοσοθεραπεία: Η ανοσοθεραπεία αποτελεί τη μοναδική αιτιολογική θεραπεία, τη μόνη θεραπεία δηλαδή που αντιμετωπίζει την αιτία (το αλλεργιογόνο που προκαλεί τη νόσο). Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει το αλλεργιογόνο, ώστε ο ασθενής να ξεπερνάει την αλλεργία του. Πρόκειται για ενέσιμη ή υπογλώσσια θεραπεία που συνήθως διαρκεί 3-5 χρόνια. Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά από τον πρώτο χρόνο της θεραπείας. Το σημαντικότερο είναι ότι επηρεάζει τη φυσική πορεία της νόσου, αναστέλλοντας την εξέλιξη της αλλεργικής ρινίτιδας σε βρογχικό άσθμα!

Αλλεργικό άσθμα

Η πιο σοβαρή έκφανση αναπνευστικής αλλεργίας είναι το αλλεργικό άσθμα. Το άσθμα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χρόνια προβλήματα υγείας παγκοσμίως, ενώ είναι το συχνότερο χρόνιο νόσημα στα παιδιά. Πρόκειται για ασθένεια που περιορίζει τον ασθενή, μειώνοντας την ποιότητα ζωής του, ενώ μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να θέσει και σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή όπως κατά την κρίση άσθματος.

Το αλλεργικό άσθμα οφείλεται στη φλεγμονή που προκαλούν τα αλλεργιογόνα στους αεραγωγούς -τα σωληνάκια που μεταφέρουν τον αέρα- με αποτέλεσμα την απόφραξή τους. Τα συμπτώματα του άσθματος είναι ο βήχας, η δύσπνοια, το βάρος στο στήθος και ο συριγμός (“σφύριγμα” στην αναπνοή). Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένα ή να συνυπάρχουν. Επίσης, το άσθμα χαρακτηρίζεται από βρογχική υπεραπαντητικότητα, αυξημένη δηλαδή απάντηση σε διάφορα ερεθίσματα (γέλιο, άγχος, σκόνη, έντονες οσμές κ.ά.)

Η σχέση της αλλεργικής ρινίτιδας με το άσθμα είναι πολύ στενή. Χαρακτηριστικά χρησιμοποιείται η έκφραση “μία οδός - μία νόσος”. Πρόκειται ουσιαστικά για μία ενιαία οδό την αναπνευστική και μία νόσο την αλλεργική. Η μύτη λειτουργεί ως φίλτρο για το κατώτερο αναπνευστικό και έτσι όταν η μύτη μπουκώσει πολύ συχνά τα συμπτώματα “κατεβαίνουν” στους πνεύμονες. Και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το 40% περίπου των ασθενών με αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να εμφανίσουν άσθμα ενώ στο 80% των ασθενών με αλλεργικό άσθμα έχει προηγηθεί αλλεργική ρινίτιδα! Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας καθώς έτσι μπορούμε να προστατέψουμε τους πνεύμονες.
Το άσθμα μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία, συνήθως όμως η έναρξή του είναι κατά την παιδική. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν δείκτες ή στοιχεία που να μπορούν να προβλέψουν με ακρίβεια ποιο παιδί θα εμφανίσει άσθμα, αλλά φαίνεται ότι το οικογενειακό ιστορικό και το ιστορικό ατοπικής δερματίτιδας αποτελούν επιβαρυντικούς προγνωστικούς παράγοντες. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι το κάπνισμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σχετίζεται με τη γέννηση παιδιών με μικρότερους αεραγωγούς, συχνότερα επεισόδια συρίττουσας αναπνοής και επιμονή του άσθματος. Οπότε εκτός από την κληρονομικότητα, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι ιδιαίτερα σημαντικοί τόσο στην εκδήλωση όσο και στην επιδείνωση του άσθματος.

Η διάγνωση του άσθματος γίνεται με βάση το ιστορικό, την κλινική εξέταση καθώς και κάποιες πιο ειδικές εξετάσεις, όπως ο έλεγχος της αναπνευστικής λειτουργίας (ροομέτρηση, σπιρομέτρηση) και ο αλλεργιολογικός έλεγχος. Όλοι οι ασθενείς με άσθμα πρέπει να ελέγχονται αλλεργιολογικά, με δερματικά τεστ και αιματολογικές εξετάσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να διαπιστωθεί εάν έχουν ευαισθητοποίηση σε ένα ή περισσότερα αλλεργιογόνα του περιβάλλοντος. Ακολούθως, με βάση και το ιστορικό, καθορίζεται κατά πόσο τα συγκεκριμένα αλλεργιογόνα αποτελούν αιτιολογικό παράγοντα του άσθματος. Οι πληροφορίες που προκύπτουν από τον αλλεργιολογικό έλεγχο είναι πολύ σημαντικές γιατί βοηθούν τόσο στη θεραπεία του ασθενή όσο και στην πρόγνωση της πορείας του.

Η αντιμετώπιση του άσθματος εξαρτάται από τη βαρύτητα και συχνότητα των συμπτωμάτων. Κατά κανόνα το άσθμα πρέπει να παρακολουθείται ανά τρίμηνο με βάση το τρίπτυχο: ιστορικό, ακρόαση, σπιρομέτρηση. Με βάση αυτά θα προσαρμόζεται ανάλογα η θεραπεία, έτσι ώστε να λαμβάνει ο ασθενής την ελάχιστη δυνατή θεραπεία που θα του επιτρέπει να μην έχει συμπτώματα.

Στη βάση της αντιμετώπισης βρίσκεται η χρήση φαρμάκων όπως των εισπνεόμενων βρογχοδιασταλτικών και κορτικοειδών. Επιπλέον, σε περίπτωση αλλεργικού υποστρώματος δίνονται οδηγίες για την αποφυγή έκθεσης του παιδιού σε αλλεργιογόνα που ενοχοποιούνται, βάσει του αλλεργιολογικού ελέγχου. Η ανοσοθεραπεία προσφέρει σημαντικότατα πλεονεκτήματα και πρέπει σε κάθε περίπτωση να γίνεται προσπάθεια εφαρμογής της καθώς είναι η μοναδική αιτιολογική θεραπεία των αλλεργιών. Τέλος, εξαιτίας της συνύπαρξης κατά κανόνα με την αλλεργική ρινίτιδα δε θα πρέπει ποτέ να παραμελείται η ταυτόχρονη αντιμετώπισή της.

Όμως και για τους ασθενείς με σοβαρό αλλεργικό άσθμα, που δεν ανταποκρίνεται καλά στη συνηθισμένη αγωγή, νεότερες φαρμακευτικές επιλογές έχουν προστεθεί τα τελευταία χρόνια. Μονοκλωνικά αντισώματα που δεσμεύουν τα αλλεργικά αντισώματα που παράγει ο οργανισμός, έχουν δείξει πολύ καλά αποτελέσματα. Η ομαλιζουμάμπη χρησιμοποιείται πλέον ευρέως και βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα της ζωής των ασθενών με βαρύ άσθμα.

Συμπερασματικά, το άσθμα είναι ένα χρόνιο νόσημα. Με την κατάλληλη αγωγή όμως, ο ασθενής συνεχίζει την καθημερινότητά του χωρίς περιορισμούς, διατηρώντας τη νόσο του χωρίς εξάρσεις. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό ασθενείς με ύποπτα για τη νόσο συμπτώματα να αξιολογούνται από ειδικό Αλλεργιολόγο, να τεθεί η διάγνωση, να ξεκινήσει έγκαιρα η κατάλληλη θεραπεία, ώστε να διατηρηθεί η φυσιολογική αναπνευστική λειτουργία.

Αλλεργία σε νυγμό μέλισσας ή σφήκας


Στην Ελλάδα τα έντομα που ευθύνονται για αλλεργικές αντιδράσεις είναι τα υμενόπτερα και λέγοντας υμενόπτερα εννοούμε τη μέλισσα και τα διάφορα είδη σφήκας. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τα τσιμπήματά τους είναι αθώα και προκαλούν μόνο μικρή ερυθρότητα με οίδημα τοπικά που συνήθως υποχωρεί πολύ γρήγορα. Δυστυχώς, για ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων που είναι αλλεργικοί στα τσιμπήματα των υμενοπτέρων, το γεγονός αυτό δεν είναι απλά μια δυσάρεστη εμπειρία αλλά ένας πραγματικός κίνδυνος για τη ζωή τους. Αυτό επιβάλλει και την ανάλογη, εξατομικευμένη θεραπευτική αντιμετώπιση.

Η αντίδραση των συγκεκριμένων αλλεργικών ατόμων στο τσίμπημα εμφανίζεται ταχύτατα (σε λίγα λεπτά) και περιλαμβάνει συμπτώματα από διάφορα όργανα. Η αλλεργική αντίδραση αυτού του τύπου ονομάζεται αναφυλαξία και μπορεί να αποβεί μοιραία για τη ζωή του ατόμου. Μπορεί να εμφανιστεί με συμπτώματα από το δέρμα (κνησμός, εξάνθημα, ερυθρότητα), από το αναπνευστικό σύστημα (βήχας, δύσπνοια, βραχνάδα στη φωνή), από το πεπτικό (πόνος στην κοιλιά, έμετοι, διάρροιες) και από το κυκλοφορικό (ζάλη, αδυναμία ή λιποθυμία). Δεν εμφανίζουν όλοι οι ασθενείς παρόμοια συμπτώματα, αλλά στον ίδιο ασθενή υπάρχει η τάση να εμφανίζονται κάθε φορά τα ίδια συμπτώματα. Τα συμπτώματα αυτά δεν εμφανίζονται στο πρώτο τσίμπημα. Στην πραγματικότητα κάποιος είναι πιθανό να έχει τσιμπηθεί πολλές φορές στο παρελθόν χωρίς καμία αντίδραση και σε ένα νέο τσίμπημα να παρουσιάσει αλλεργική αντίδραση.

“Οτιδήποτε πέρα από το απλό πρήξιμο στο σημείο τσιμπήματος, θέτει την υποψία ενδεχόμενης σοβαρής αντίδρασης.” Για παράδειγμα, μετά από τσίμπημα στο χέρι να πρηστεί το βλέφαρο, ή να προκληθεί εμετός.

Αν έχετε εμφανίσει έστω και μια φορά τέτοια συμπτώματα, πρέπει να απευθυνθείτε σε Αλλεργιολόγο, ο οποίος θα αξιολογήσει το ιστορικό σας και με τα ειδικά τεστ (δερματικά ή/και εξετάσεις αίματος) θα διαγνώσει την ύπαρξη αλλεργίας και το συγκεκριμένο είδος εντόμου στο δηλητήριο του οποίου είστε αλλεργικοί. Τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει προοδεύσει πολύ και οι εξετάσεις μπορούν να διαχωρίσουν με μεγάλη ακρίβεια το «ένοχο» έντομο.

Η αντιμετώπιση χωρίζεται σε δύο κατηγορίες:
Η πρώτη είναι η επείγουσα αγωγή, φάρμακα δηλαδή που θα πρέπει να χορηγηθούν αμέσως σε περίπτωση τσιμπήματος και τα οποία θα πρέπει να βρίσκονται ΠΑΝΤΑ δίπλα στον ασθενή. Αυτά περιλαμβάνουν την αυτόματη ένεση (στυλό) αδρεναλίνης, τα αντιισταμινικά, τα κορτιζονούχα σκευάσματα και τα εισπνεόμενα φάρμακα. Πρέπει να τονισθεί ότι η αδρεναλίνη είναι το φάρμακο που σώζει ζωές, αν γίνει έγκαιρα. Η γρήγορη χορήγηση αδρεναλίνης, αμέσως μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων σχεδόν εγγυάται την επιβίωση του ατόμου. Τα κορτιζονούχα σκευάσματα είναι επιβοηθητικά, αλλά δεν έχουν θέση στην άμεση αντιμετώπιση της αναφυλαξίας.

Η δεύτερη κατηγορία αγωγής αναφέρεται στην αιτιολογική παρέμβαση και είναι η ανοσοθεραπεία. Η ανοσοθεραπεία εφαρμόζεται μόνο από ειδικό Αλλεργιολόγο. Με αυτήν, το ανοσοποιητικό σύστημα «συμφιλιώνεται» με τα δηλητήρια και εξασφαλίζει ότι ενδεχόμενο νέο τσίμπημα δε θα προκαλέσει επικίνδυνη αντίδραση. Η επιτυχία της ανοσοθεραπείας ανέρχεται για την μέλισσα σε ποσοστό 85-90%, ενώ για τις σφήκες το ποσοστό είναι πάνω από 90%. Η επιτυχής ανοσοθεραπεία συνεπάγεται ότι ο ασθενής μπορεί να ανεχτεί τσίμπημα από μέλισσα ή σφήκα και να μην πάθει απολύτως τίποτα ή να έχει μόνο τοπικά, ήπια συμπτώματα ανεξάρτητα με το πόσο επικίνδυνη ήταν η αντίδρασή του στο παρελθόν.

“Η αλλεργία στη μέλισσα και στη σφήκα θεραπεύεται και αυτό επιτυγχάνεται με την ανοσοθεραπεία. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που μιλάμε για επικίνδυνη για τη ζωή αλλεργία η συγκεκριμένη θεραπεία αποτελεί μονόδρομο.”

Απλές πρακτικές που θα σας βοηθήσουν να προφυλαχτείτε από το τσίμπημα:
  • αν υπάρχουν φωλιές τέτοιων εντόμων γύρω από το σπίτι φροντίστε να καταστραφούν από κάποιον ειδικό
  • να αποφεύγετε τα ανοιχτόχρωμα ρούχα και τα έντονα αρώματα καθώς προσελκύουν τα έντομα (ιδιαίτερα τις απογευματινές ώρες που τα έντομα είναι πιο επιθετικά)
  • να είστε προσεκτικοί όταν τρώτε ή πίνετε σε εξωτερικούς χώρους καθώς η οσμή του φαγητού προσελκύει τα έντομα
  • να αποφεύγετε τις κηπουρικές εργασίες (ιδιαίτερα την κοπή λουλουδιών, το κλάδεμα, τη συλλογή φρούτων). Εάν δεν μπορείτε, τότε πάντα με γάντια, καπέλο, μακρύ παντελόνι
  • να αποφεύγεται η ενόχλησή τους καθώς τα υμενόπτερα τσιμπάνε μόνο όταν βρίσκονται σε άμυνα. Αποφύγετε τις απότομες κινήσεις
  • να φοράτε πάντα κράνος και γάντια όταν οδηγείτε δίκυκλο, να έχετε κλειστά τα παράθυρα στο αμάξι
  • να μην περπατάτε χωρίς παπούτσια

Ατοπική δερματίτιδα - Έκζεμα

Η ατοπική δερματίτιδα ή αλλιώς έκζεμα είναι μία πολύ συχνή, αλλεργική δερματοπάθεια, η οποία χαρακτηρίζεται από ξηροδερμία, έντονο κνησμό (φαγούρα) και οικογενειακό ιστορικό αλλεργικών παθήσεων (αλλεργική προδιάθεση). Πρόκειται για μία χρόνια νόσο, η οποία χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις. Οι εξάρσεις σε μικρές ηλικίες οφείλονται συνήθως σε κάποια τροφή, για το λόγο αυτό βρέφη με μέτρια προς βαριά ατοπική δερματίτιδα πρέπει να ελέγχονται για τροφική αλλεργία. Σε μεγαλύτερες ηλικίες οι εξάρσεις μπορεί να οφείλονται σε ιώσεις, αλλαγές θερμοκρασίας, άγχος κ.ά.

Οι θέσεις εμφάνισης του εκζέματος ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία. Στα βρέφη, η κύρια θέση εμφάνισης είναι το πρόσωπο αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε όλο το σώμα, εκτός από την περιοχή της πάνας, ακριβώς επειδή στο σημείο αυτό υπάρχει αυξημένη υγρασία. Μετά το έτος, η τυπική κατανομή αφορά το πρόσωπο και το λαιμό, αλλά κυρίως τις περιοχές μπροστά από τους αγκώνες και πίσω από τα γόνατα.

​Κατά κανόνα η ατοπική δερματίτιδα έχει καλή πρόγνωση αφού συνήθως υποχωρεί με την πάροδο της ηλικίας. Αυτό το οποίο δεν είναι ευρέως γνωστό, είναι ότι φαίνεται να αποτελεί την αιτία εμφάνισης και εξέλιξης των υπόλοιπων αλλεργικών νοσημάτων. Αυτό το δυναμικό φαινόμενο καλείται «ατοπική πορεία». Με τον όρο «ατοπική πορεία» εννοούμε τη σειρά εμφάνισης των αλλεργικών παθήσεων από τη βρεφική ηλικία μέχρι την εφηβεία και την ενήλικο ζωή. Η αρχή γίνεται συνήθως με την ατοπική δερματίτιδα, που ακολουθείται συχνά από κάποια τροφική αλλεργία (σε γάλα, αβγό, σιτηρά, ψάρι, ξηρούς καρπούς κ.α.), ενώ στη συνέχεια εμφανίζεται αλλεργική ρινίτιδα και αλλεργικό βρογχικό άσθμα. Η διάγνωση θα επιβεβαιωθεί με τα θετικά αλλεργικά τεστ.

Ο λόγος που η ατοπική δερματίτιδα είναι η πάθηση από την οποία «ξεκινάνε» όλες οι αλλεργίες είναι ο εξής: η ύπαρξη ελαττωματικού φραγμού ανάμεσα στον έξω κόσμο και το εσωτερικό του σώματος. Φυσιολογικά το δέρμα μας αποτελεί έναν αδιαπέρατο φραγμό. Στους ασθενείς αυτούς όπου ο φραγμός αυτός εξ ορισμού είναι ελαττωματικός, εισχωρούν μέσω δέρματος όχι μόνο μικρόβια αλλά και αλλεργιογόνα και φαίνεται αυτό να είναι η αιτία γέννησης άλλων αλλεργικών νοσημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα παιδιά που θα εμφανίσουν ατοπική δερματίτιδα στα πρώτα 2 χρόνια της ζωής τους, σχεδόν 1 στα 3 θα παρουσιάσει μετέπειτα άσθμα.

Γι’ αυτό το λόγο η αντιμετώπιση του εκζέματος είναι πολύ σημαντική. Η φροντίδα οφείλει να είναι καθημερινή. Η βάση της αντιμετώπισης -όσο απλό και αν ακούγεται- είναι η ενυδάτωση. Η επαρκής και καθημερινή ενυδάτωση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για ένα υγιές δέρμα. Η ενυδάτωση οφείλει να γίνει με εξειδικευμένα προϊόντα τα οποία είναι ειδικά φτιαγμένα για αυτά τα ατοπικά δέρματα. Περιέχουν δηλαδή τα λιπίδια που λείπουν από το δέρμα των παιδιών αυτών. Επιπλέον, ο αλλεργιολόγος θα σας δώσει χρήσιμες οδηγίες σχετικά με το μπάνιο του παιδιού και τις δραστηριότητές του, τη διατροφή και το ρουχισμό, την έκθεση σε ήλιο, κρύο ή θάλασσα και πολλά άλλα.

Εφαρμόζοντας καθημερινά την ενυδάτωση, μειώνουμε τις πιθανότητες να εμφανιστεί κάποια σοβαρή έξαρση. Εάν όμως συμβεί, τότε χρειάζεται επιπλέον τοπική αγωγή με αντιφλεγμονώδη προϊόντα. Αυτά περιλαμβάνουν τα κορτικοειδή καθώς και τους νεότερους αναστολείς της καλσινευρίνης οι οποίοι χρησιμοποιούνται τελευταία όλο και περισσότερο κυρίως για τη διατήρηση του ελέγχου της ατοπικής δερματίτιδας.

Όσο πιο επιμελής και σχολαστική είναι η περιποίηση του δέρματος με ατοπική δερματίτιδα, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να αναπτυχθεί στο μέλλον τροφική ή αναπνευστική αλλεργία. Επομένως το "αλλεργικό μέλλον" του παιδιού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την περιποίηση του δέρματος σε βρεφική και παιδική ηλικία.

Κνίδωση - Αγγειοοίδημα



​Ο όρος κνίδωση προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “κνίδα” που σημαίνει τσουκνίδα, ακριβώς επειδή η κνίδωση προκαλεί παρόμοιο εξάνθημα με αυτό που προκαλεί η επαφή τσουκνίδας με το δέρμα. Ο Ιπποκράτης παρατήρησε αυτή την ομοιότητα και πρότεινε τον όρο κνίδωση. Είναι αρκετά συχνή πάθηση, περίπου 1 στους 5 μπορεί να εμφανίσει κνίδωση κάποια στιγμή στη ζωή του.

Είναι μία νόσος η οποία χαρακτηρίζεται από την ξαφνική εμφάνιση πομφών ή/και αγγειοοίδηματος. Λέγοντας πομφό εννοούμε ένα ανάγλυφο εξάνθημα, που μοιάζει με αυτό που κάνει η τσουκνίδα. Έχει έντονο κνησμό (φαγούρα), όμως το χαρακτηριστικό του είναι ότι δε μένει ποτέ στο ίδιο σημείο για περισσότερο από 24 ώρες. Οι πομφοί έχουν μεταναστευτικό χαρακτήρα, δηλαδή εμφανίζονται σε σημεία του σώματος, μετά από λίγες ώρες εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται σε άλλα σημεία, αφήνοντας το δέρμα στην αρχική του κατάσταση. Το αγγειοοίδημα είναι το πρήξιμο σε βαθύτερες στοιβάδες του δέρματος και εμφανίζεται συχνότερα σε μαλακούς ιστούς, όπως τα χείλη, τα βλέφαρα και η γλώσσα. Συνοδεύεται από αίσθημα μουδιάσματος παρά κνησμού και η συνολική του διάρκεια μπορεί να φτάσει και τις 72 ώρες.

Η κνίδωση, ανάλογα με τη διάρκεια χωρίζεται σε οξεία κνίδωση, όταν διαρκεί λιγότερο από 6 εβδομάδες και σε χρόνια κνίδωση, όταν υπάρχει καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή εμφάνιση συμπτωμάτων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 6 εβδομάδων. Στους περισσότερους ασθενείς η κνίδωση θα έχει οξεία μορφή. Ωστόσο, περίπου ένας στους δέκα ασθενείς με οξεία κνίδωση θα μεταπέσει σε χρόνια. Πρόκειται για εξαιρετικά σημαντικό διαχωρισμό καθώς είναι διαφορετικά τα αίτια στη μία και την άλλη περίπτωση όπως διαφορετική είναι και η διαγνωστική και θεραπευτική αντιμετώπιση.

Η οξεία κνίδωση, συνοδευόμενη ή όχι από αγγειοοίδημα, μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα αλλεργικής αντίδρασης. Ως αποτέλεσμα αλλεργικής αντίδρασης προκύπτει σε άμεση χρονική συσχέτιση (εντός μιας ώρας, συνήθως εντός λίγων λεπτών) με την επαφή του ασθενή με ουσία (τροφή, φάρμακο, τσίμπημα μέλισσας ή σφήκας κ.ά.) στην οποία είναι αλλεργικός. Στην περίπτωση αυτή, η αντίδραση μπορεί να περιοριστεί στο δέρμα ή να συμπεριλάβει και άλλα συστήματα (όπως το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό κ.ά.) οπότε η αντίδραση που προκύπτει ονομάζεται αναφυλαξία και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση. Η διαφορική διάγνωση θα γίνει από τον ειδικό αλλεργιολόγο. Τις περισσότερες φορές ωστόσο, η οξεία κνίδωση είναι αποτέλεσμα ιογενούς λοίμωξης (ιδίως στα παιδιά) η οποία μπορεί να συνυπάρχει, να προηγήθηκε ή και να πέρασε χωρίς να γίνει αντιληπτή (μεταλοιμώδης κνίδωση).

Η αντιμετώπιση της οξείας κνίδωσης - αγγειοοιδήματος συνίσταται στη χορήγηση αντιισταμινικών φαρμάκων. Τα κορτικοστεροειδή (κορτιζόνη), αν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά σε κάποιες περιπτώσεις, είναι συνήθως περιττά.

Η χρόνια κνίδωση είναι μια νόσος με σημαντικές συνέπειες στην ποιότητα ζωής των ασθενών. Σύμφωνα με μελέτες η χρόνια κνίδωση έχει επίπτωση στη ζωή του ασθενή αντίστοιχη με αυτήν της στεφανιαίας νόσου. Η ξαφνική εμφάνιση του εξανθήματος, ο έντονος κνησμός και η παραμόρφωση του δέρματος από το αγγειοοίδημα, προκαλούν έντονο αίσθημα ανασφάλειας στους ασθενείς αυτούς. Σημαντικό βήμα στη διερεύνηση της κνίδωσης είναι να βρεθεί τυχόν υποκείμενο αίτιο. Πολλές φορές συνυπάρχει κάποια αυτοάνοση νόσος, συχνότερη από τις οποίες είναι η υπολειτουργία του θυρεοειδούς (θυρεοειδίτιδα Hashimoto). Άλλες φορές το αίτιο της χρόνιας κνίδωσης οφείλεται σε κάποιο φυσικό παράγοντα. Τότε πρόκειται για τις λεγόμενες φυσικές κνιδώσεις όπως ο δερμογραφισμός, η κνίδωση εκ ψύχους, η χολινεργική κνίδωση κ.τ.λ. Στην προσπάθεια αναγνώρισης του αιτίου της χρόνιας κνίδωσης, ο αλλεργιολόγος χρησιμοποιεί εξειδικευμένο αιματολογικό έλεγχο και ειδικές δερματικές δοκιμασίες.

Η φαρμακευτική αγωγή της χρόνιας κνίδωσης περιλαμβάνει τη μακροχρόνια χορήγηση αντιισταμινικών φαρμάκων. Στις περιπτώσεις που τα αντιισταμινικά δεν επαρκούν για τον έλεγχο της νόσου, προστίθεται εξειδικευμένη αγωγή όπως το νεότερο μονοκλωνικό αντίσωμα ομαλιζουμάμπη. Τα αποτελέσματα από τη χρήση της ομαλιζουμάμπης στην ανθεκτική χρόνια κνίδωση είναι πολύ ικανοποιητικά ακόμα και από την πρώτη χορήγηση, οδηγώντας σε ύφεση της νόσου και ανακούφιση των ασθενών. Εκτός αυτών, σημαντικό είναι να περιορίζονται κατά το δυνατόν παράγοντες που επιδεινώνουν μια χρόνια κνίδωση όπως κυρίως το stress, η λήψη φαρμάκων όπως η ασπιρίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, τα πολύ στενά και ζεστά ρούχα κ.λπ. Η αντιμετώπιση της χρόνιας κνίδωσης θα επιτρέψει στους ασθενείς να έχουν μια φυσιολογική ζωή, χωρίς φαγούρα και εξανθήματα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν αγγειοοίδημα χωρίς παράλληλη εμφάνιση πομφών. Αν αυτό προκύπτει από μικρή ηλικία, πιθανότατα να πρόκειται για κληρονομικό αγγειοοίδημα, μια σπάνια ιδιαίτερα σοβαρή πάθηση. Πολύ συχνό αίτιο αγγειοοιδήματος σε μεγαλύτερες ηλικίες είναι η λήψη συγκεκριμένης κατηγορίας αντιυπερτασικών φαρμάκων ή κάποια υποκείμενη νόσος. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο να γίνεται ενδελεχής έλεγχος προκειμένου να υπάρξει σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση.

Δερματίτιδα εξ επαφής


Η δερματίτιδα εξ επαφής είναι συνήθως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού ευαίσθητου δέρματος και ερεθισμού ή αλλεργίας σε διάφορες ουσίες που αγγίζουμε καθημερινά. Χαρακτηρίζεται από ερυθρό δέρμα, κνησμό (φαγούρα), ενώ σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν και φυσαλίδες. Όταν το δέρμα συνεχίσει να ερεθίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, γίνεται παχύ και τραχύ. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία ενώ το συχνότερα προσβαλλόμενο σημείο του σώματος είναι τα χέρια. Η δερματίτιδα εξ επαφής αποτελεί την αιτία του 90% όλων των επαγγελματικών δερματοπαθειών. Διακρίνεται σε δύο τύπους, την αλλεργική και την ερεθιστική.

Στην αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής η αντίδραση αποδίδεται στην επαφή με κάποια αλλεργιογονική ουσία στην οποία ο ασθενής είναι ευαισθητοποιημένος. Προκαλείται από μια πληθώρα αλλεργιογόνων που μπορεί να βρεθούν σε μια ποικιλία υλικών καθημερινής ή επαγγελματικής χρήσης. Τέτοια είναι τα μέταλλα, τα συντηρητικά των καλλυντικών, τα φάρμακα, διάφορα φυτά, τα προϊόντα επεξεργασίας ελαστικού, τα πλαστικά και οι διάφορες βαφές. Αναλόγως της κατανομής των δερματικών βλαβών, ο ιατρός μπορεί να προσανατολιστεί για το υπεύθυνο αλλεργιογόνο.

​Σπανιότερα, η αλλεργία σε κάποια ουσία μπορεί να εκδηλωθεί άμεσα ως οξεία κνίδωση. Αυτή ονομάζεται αλλεργική κνίδωση εξ επαφής και προσβάλει συνηθέστερα άτομα που ασχολούνται με επεξεργασία τροφίμων, χειρίζονται ζώα ή αφορά νοσηλευτικό προσωπικό λόγω αλλεργίας στο latex που βρίσκεται κυρίως στα ελαστικά ιατρικά γάντια.

Η ερεθιστική δερματίτιδα εξ επαφής δεν προϋποθέτει προηγούμενη ευαισθητοποίηση (επαφή) του ασθενή. Είναι συχνότερη από την αλλεργική δερματίτιδα και οφείλεται καθαρά στην ερεθιστική δράση ορισμένων χημικών ουσιών που εισχωρούν στο δέρμα και προκαλούν φλεγμονή. Η ερεθιστική δερματίτιδα εξ επαφής εμφανίζεται άμεσα, είναι πιο θορυβώδης, χαρακτηρίζεται από εντονότερη ερυθρότητα, σαφή όρια και ίσως κάψιμο παρά κνησμό. Εάν δε το αίτιο είναι πολύ ισχυρό, μπορεί να προκαλέσει ακόμη και εικόνα χημικού εγκαύματος.

Οι συχνότεροι αιτιολογικοί παράγοντες είναι τα απορρυπαντικά, τα σαπούνια και άλλες ερεθιστικές ουσίες. Λόγω αυτών, ορισμένες επαγγελματικές ομάδες όπως οι κομμωτές, οι νοσηλευτές, οι μηχανικοί αυτοκινήτων και όσοι ασχολούνται με τα οικιακά εμφανίζουν συχνότερα ερεθιστική δερματίτιδα.

Η διάγνωση της δερματίτιδας εξ επαφής γίνεται με τη με τη λήψη ιστορικού και τη βοήθεια των επιδερμιδικών δοκιμασιών (patch test). Ειδικά αυτοκόλλητα επιθέματα με τις υπό εξέταση ουσίες τοποθετούνται στην πλάτη του ασθενή για 48 ώρες και μετά αφαιρούνται. Η ανάγνωση των αποτελεσμάτων γίνεται στις 48 και τις 72 ή 96 ώρες από την τοποθέτηση. Θετικά είναι τα τεστ όπου ανιχνεύεται τοπική αντίδραση.

Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει πρωταρχικά την αναγνώριση του υπεύθυνου αιτιολογικού παράγοντα, ώστε να δοθούν λεπτομερείς οδηγίες στον ασθενή για την αποφυγή επαφής με τα προϊόντα που τον περιέχουν. Για τη θεραπεία της οξείας φάσης της δερματίτιδας γίνεται χρήση τοπικών αλοιφών με κορτικοστεροειδή και περιποίηση του δέρματος με ειδικά ενυδατικά σκευάσματα.

Τροφική αλλεργία

Η τροφική αλλεργία προκύπτει από τη “λανθασμένη” αναγνώριση μιας τροφής από το ανοσοποιητικό σύστημα. Η συχνότητα της τροφικής αλλεργίας έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και έχει φτάσει να αφορά έως και το 8% των παιδιών και το 3-4% των ενηλίκων στις δυτικού τύπου κοινωνίες. Η τροφική αλλεργία υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής του ασθενή κυρίως λόγω των διαιτητικών περιορισμών, αλλά και του διαρκώς αιωρούμενου κινδύνου για αντίδραση σε κάποια τυχαία έκθεση στην αλλεργιογόνο τροφή. Η τροφική αλλεργία μπορεί να διαχωριστεί σε άμεσου τύπου (με έναρξη συμπτωμάτων πολύ γρήγορα από την κατανάλωση της υπεύθυνης τροφής) και σε επιβραδυνόμενου τύπου (καθυστερημένη εμφάνιση συμπτωμάτων).

Οι άμεσες αντιδράσεις οφείλονται στην παραγωγή ειδικών αλλεργικών αντισωμάτων από τον οργανισμό και εμφανίζονται γρήγορα (συνήθως σε λίγα λεπτά) μετά την κατανάλωση του τροφικού αλλεργιογόνου. Τα συμπτώματα που προκαλούνται σε μια άμεσου τύπου τροφική αντίδραση ποικίλουν από π.χ. μεμονωμένα δερματικά συμπτώματα μέχρι την πολύ σοβαρή αναφυλαξία.

Η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στο ιστορικό και στις διαγνωστικές εξετάσεις που περιλαμβάνουν τα δερματικά τεστ νυγμού (skin prick tests) και τον αιματολογικό έλεγχο. Η πολύπλευρη αυτή προσέγγιση μπορεί να αποσαφηνίσει την πιθανότητα τροφικής αλλεργίας. Είναι λάθος ένας ασθενής να “βαφτίζεται” αλλεργικός και να καταφεύγει σε δίαιτες αποκλεισμού τροφίμων μόνο μετά από διαγνωστικό έλεγχο, π.χ. βρέθηκε σε τυχαίο αιματολογικό έλεγχο αλλεργία στο αμύγδαλο. Για το λόγο αυτό, οι εργαστηριακές εξετάσεις γίνονται μόνο επί τη βάσει συμβατού ιστορικού και αξιολογούνται με βάση αυτό. Σε περίπτωση που πιθανολογείται ισχυρά η κλινική ανοχή (δηλαδή η απουσία της αλλεργίας), η τροφή εισάγεται στη διατροφή του ασθενή με ελεγχόμενη πρόκληση, υπό ιατρική παρακολούθηση, ώστε να μπορεί να χορηγηθεί στη συνέχεια άφοβα στο σπίτι. Αντίθετα, στις περιπτώσεις όπου η αλλεργία αξιολογείται ως αρκετά πιθανή, παρέχεται ειδική συμβουλευτική για τους τρόπους αποφυγής του τροφίμου. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα έτοιμα φαγητά καθώς συχνά περιέχουν διάφορα κρυμμένα αλλεργιογόνα. Επιπλέον, με τη συμβουλευτική θα περιοριστούν οι άσκοποι αποκλεισμοί τροφίμων, που βασίζονται σε αναπόδεικτη προφορική γνώση. Για παράδειγμα, εσφαλμένα οι περισσότεροι ασθενείς με αλλεργία σε κάποιο ψάρι αποφεύγουν την κατανάλωση θαλασσινών.

Η πρόγνωση της τροφικής αλλεργίας άμεσου τύπου εξαρτάται από το υπεύθυνο τρόφιμο, την ηλικία του ασθενή και πολλούς άλλους παράγοντες. Γενικά, τα παιδιά ξεπερνάνε ευκολότερα τις αλλεργίες τους, ειδικά αν πρόκειται για αλλεργία στο γάλα αγελάδας και το αυγό. Σε ένα μεγάλο αριθμό αλλεργικών παιδιών είναι δυνατή η ενεργητική αντιμετώπιση (απευαισθητοποίηση) της τροφικής αλλεργίας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η σταδιακή και ελεγχόμενη χορήγηση της τροφής, αυτούσιας ή σε τροποποιημένη μορφή. Για παράδειγμα, ένα παιδί με επίμονη τροφική αλλεργία στο γάλα ή στο αυγό μπορεί να μειώσει τη συνολική διάρκεια της αλλεργίας του, αν εισαγάγει υπό ιατρική καθοδήγηση, στο καθημερινό διαιτολόγιο κατάλληλα θερμικά επεξεργασμένο αλλεργιογόνο και σε κατάλληλη δοσολογία (π.χ. ψημένο αυγό ή γάλα). Αυτό έχει ως στόχο την ταχύτερη αποδρομή της αλλεργίας.

Τροφική αλλεργία - Επιβραδυνόμενες αντιδράσεις

Σε πολλές περιπτώσεις, το τρόφιμο δεν προκαλεί αντίδραση άμεσα, αλλά μετά από κάποιες ώρες από την κατανάλωσή του. Αυτή η καθυστέρηση συμβάλλει στο να μην υποπτευθεί ο ασθενής το τρόφιμο ως αίτιο των συμπτωμάτων του και να συνεχίζει την κατανάλωση χωρίς περιορισμούς.

Πολύ συχνή επιβραδυνόμενου τύπου αλλεργία είναι η αλλεργική πρωκτοκολίτιδα, η οποία παρατηρείται στα βρέφη. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία βλεννοαιματηρών κενώσεων σε κατά τα άλλα υγιή βρέφη. Έχει πολύ καλή πρόγνωση καθώς στα περισσότερα παιδιά θα έχει υποχωρήσει μέχρι τα πρώτα τους γενέθλια.

Το σύνδρομο εντεροκολίτιδας εξαρτώμενο από τρόφιμα - FPIES (food protein induced enterocolitis syndrome) παρατηρείται τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Εκδηλώνεται με επαναλαμβανόμενους εμέτους και ενδεχομένως διάρροιες που ακολουθούν 4-6 περίπου ώρες από την κατανάλωση του τροφίμου. Πρόκειται για μια ιατρική κατάσταση που μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις (~ 20%), μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση, υπόταση και λήθαργο. Οι ασθενείς που πάσχουν από FPIES πρέπει να παρακολουθούνται στενά από τον αλλεργιολόγο τους, να βρεθεί το υπεύθυνο τρόφιμο και να απομακρυνθεί από τη δίαιτα αλλά και για να καθοριστεί η ασφαλέστερη στιγμή για την πρόκληση και την απελευθέρωση του τροφίμου.

Η ατοπική δερματίτιδα είναι αρκετά συχνή και ενώ η συσχέτιση με τρόφιμα δεν είναι πάντα απαραίτητη, σε πολλές περιπτώσεις ανθεκτικής στην αγωγή νόσου ή σε περιπτώσεις εξάρσεων χωρίς σαφές αίτιο, η πιθανότητα τροφικής αλλεργίας πρέπει να διερευνάται (τροφοεξαρτώμενη ατοπική δερματίτιδα).

Η διάγνωση των παραπάνω νόσων διαφέρει από αυτή που περιγράφηκε για τις αντιδράσεις άμεσου τύπου. Εδώ, εκτός από το ιστορικό, κύριο ρόλο παίζουν οι επιδερμιδικές δοκιμασίες. Τα δερματικά τεστ νυγμού και ο αιματολογικός έλεγχος γίνονται μόνο προληπτικά ενόψει της επαναχορήγησης του τροφίμου και όχι για τη διάγνωση ενδεχόμενης αλλεργίας.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πολύ μεγάλη αύξηση των ηωσινοφιλικών γαστρεντερικών παθήσεων. Πρόκειται για αλλεργικά νοσήματα τα οποία χαρακτηρίζονται από την παρουσία ηωσινοφίλων κυττάρων στην εσωτερική επιφάνεια του αυλού του γαστρεντερικού συστήματος προκαλώντας χρόνια φθορά. Ανάλογα με το σημείο στο οποίο εντοπίζεται η συσσώρευση των ηωσινόφιλων κυττάρων, οι παθήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία ονομάζονται ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα, ηωσινοφιλική γαστρεντερίτιδα και ηωσινοφιλική κολίτιδα. Εμφανίζονται σε παιδιά και ενήλικες και προκαλούν συμπτώματα ανάλογα με την ηλικία και τη χρονική διάρκεια της νόσου. Η ηωσινοφιλική οισοφαγίτιδα στα παιδιά μπορεί να προκαλέσει αποστροφή για ορισμένα τρόφιμα, αναγωγές, πόνο ή και απώλεια βάρους. Σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσκολία στην κατάποση ή και ενσφήνωση τροφής, δηλαδή αδυναμία κατάποσης της τροφής, η οποία «σφηνώνει» σε κάποιο σημείο του οισοφάγου. Η ηωσινοφιλική εντερίτιδα/κολίτιδα μπορεί να προκαλεί από ελάχιστα άτυπα συμπτώματα μέχρι διάρροιες, αιμορραγία, τυμπανισμό, κοιλιακό άλγος κ.ά.

Η διάγνωση βασίζεται αρχικά στη βιοψία που λαμβάνει ο γαστρεντερολόγος μετά από ενδοσκόπηση. Στη συνέχεια, ο αλλεργιολόγος προσπαθεί να εντοπίσει το υπεύθυνο τρόφιμο χρησιμοποιώντας αιματολογικό έλεγχο και δερματικές δοκιμασίες (δερματικά τεστ νυγμού και επιδερμιδικές δοκιμασίες).

Το είδος αυτό της γαστρεντερικής αλλεργίας αντιμετωπίζεται σχετικά επιτυχώς με κορτιζονούχα σκευάσματα, αλλά λόγω της χρόνιας διαδρομής της πάθησης, είναι πολύ σημαντικό να εντοπιστούν τα ένοχα τρόφιμα. Με την αποφυγή των υπεύθυνων αλλεργιογόνων μπορεί κανείς να βελτιώσει τα συμπτώματα, αλλά και να μειώσει τις ανάγκες για φαρμακευτική αγωγή.

Φαρμακευτική αλλεργία


​Κάθε φάρμακο είναι δυνατόν να προκαλέσει αλλεργία, από το πιο συνηθισμένο μέχρι το πιο σπάνια συνταγογραφούμενο. Επιπλέον, η ανοχή ενός φαρμάκου στο παρελθόν δε συνεπάγεται οπωσδήποτε ανοχή και στο μέλλον! Ως φαρμακευτική αλλεργία ορίζεται η αντίδραση του οργανισμού σε ένα φάρμακο ή στα έκδοχά του, η οποία μεσολαβείται από ανοσολογικό μηχανισμό. Αντίθετα με ότι πιστεύουν πολλοί, υπολογίζεται ότι μόνο το 5-10% του συνόλου των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε φάρμακα είναι γνήσιες αλλεργικές αντιδράσεις. Η πλειοψηφία των φαρμακευτικών αντιδράσεων οφείλονται σε παρενέργειες των φαρμάκων, σε υπερδοσολογία ή αλληλεπίδραση μεταξύ φαρμάκων. Πολλές από τις αντιδράσεις αυτές “βαπτίζονται” λανθασμένα ως αλλεργικές, με αποτέλεσμα την άσκοπη αποφυγή λήψης ενδεχομένως απαραίτητων φαρμάκων. Ο ρόλος του Αλλεργιολόγου είναι ιδιαίτερα σημαντικός τόσο στην επιβεβαίωση όσο και στον αποκλεισμό μιας φαρμακευτικής αλλεργίας.
Η αλλεργία συνεπώς προϋποθέτει την εμπλοκή ανοσολογικού μηχανισμού και μπορεί να εκδηλωθεί με δύο είδη αντιδράσεων: άμεσου και επιβραδυνόμενου τύπου.

Στην πρώτη κατηγορία τα συμπτώματα εμφανίζονται εντός λίγων λεπτών από τη λήψη του φαρμάκου και συνήθως στην πρώτη δόση. Τα συμπτώματα ποικίλουν από ήπιες δερματικές αντιδράσεις, μέχρι και την πολύ σοβαρή και απειλητική για τη ζωή αναφυλαξία με συμμετοχή συμπτωμάτων από το αναπνευστικό (βήχας, βράγχος φωνής, δύσπνοια), το γαστρεντερικό (ναυτία, έμετοι, κοιλιακό άλγος, διάρροιες) ή/και το καρδιαγγειακό (ζάλη, πτώση πίεσης).

Αντίθετα οι επιβραδυνόμενου τύπου αντιδράσεις, εμφανίζονται αρκετές ημέρες μετά την έναρξη της αγωγής ή ακόμα και μετά το τέλος αυτής και κατά κανόνα περισσότερο από 1 ώρα μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης του φαρμάκου. Στις επιβραδυνόμενες αντιδράσεις το δέρμα είναι το συχνότερα προσβαλλόμενο όργανο, με ποικιλία εξανθημάτων, από κηλιδοβλατιδώδη μέχρι πιο σοβαρά φυσαλιδώδη. Μπορεί όμως να προσβληθούν και άλλα όργανα με ανάλογη συμπτωματολογία. Για παράδειγμα, το αιμοποιητικό σύστημα, το ήπαρ, οι νεφροί κ.τ.λ.

Σε υποψία αλλεργικής αντίδρασης χρειάζεται άμεση διακοπή του φαρμάκου και εκτίμηση από ειδικό προς διερεύνηση της αντίδρασης και παροχή εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών.

Η διάγνωση της φαρμακευτικής αλλεργίας είναι μια διαδικασία εξαιρετικά σημαντική και πρέπει να γίνεται έγκαιρα και έγκυρα. Είναι βασικό να εντοπίζεται με ακρίβεια το υπεύθυνο φάρμακο, όχι μόνο για να αποφευχθεί η επαναπρόσληψή του αλλά και οι αντιδράσεις εκείνες που προκαλούνται από συγγενικά φάρμακα τα οποία έχουν κοινά μοριακά στοιχεία με το αρχικό υπεύθυνο φάρμακο (διασταυρούμενες αντιδράσεις). Είναι μία διαδικασία πολυδιάστατη και περιλαμβάνει τα εξής:

-Το ιστορικό του ασθενή. Σημαντικές πληροφορίες αποτελούν η δόση, ο χρόνος και η αιτία λήψης του φαρμάκου, αλλά και η μορφή των συμπτωμάτων και πώς υποχώρησαν. Με τις κατάλληλες ερωτήσεις και συνδυάζοντας πληροφορίες από τα ιατρικά αρχεία του ασθενή (βιβλιάριο υγείας, προηγούμενες νοσηλείες) μπορεί να οδηγηθεί ο αλλεργιολόγος στη σωστή διάγνωση.

-Τις δερματικές δοκιμασίες. Για τη διάγνωση της φαρμακευτικής αλλεργίας χρησιμοποιούνται 3 κατηγορίες δερματικών δοκιμασιών: οι δοκιμασίες νυγμού, οι ενδοδερμικές δοκιμασίες και οι επιδερμιδικές δοκιμασίες. Στις δοκιμασίες νυγμού τοποθετείται μια σταγόνα του υπό εξέταση φαρμάκου στο χέρι του ασθενή και ακολουθεί ένα ανεπαίσθητο τσίμπημα ώστε το φάρμακο να εισέλθει στο δέρμα. Για μεγαλύτερη ακρίβεια διενεργούνται οι ενδοδερμικές δοκιμασίες, που πραγματοποιούνται με μια μικρή ενδοδερμική ένεση του φαρμάκου. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονται και οι επιδερμιδικές δοκιμασίες όπου τα φάρμακα εφαρμόζονται σε ειδικούς αυτοκόλλητους δίσκους και στη συνέχεια τοποθετούνται στην πλάτη του ασθενή για 48 ώρες, οπότε αφαιρούνται και το αποτέλεσμα αξιολογείται 24 ώρες μετά την αφαίρεση.

- Τις ειδικές εξετάσεις αίματος. Η ανίχνευση των αντισωμάτων για τις άμεσου τύπου αλλεργικές αντιδράσεις γίνεται, εκτός από τα δερματικά τεστ, και με ειδικές εξετάσεις αίματος. Οι εξετάσεις αίματος έχουν ρόλο συμπληρωματικό και σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστούν τις δερματικές δοκιμασίες.

- Την ειδική δοκιμασία πρόκλησης με φάρμακο. Σε κάποιες περιπτώσεις, είτε επειδή το ιστορικό είναι άγνωστο ή ασαφές, οριστική λύση μπορεί να δοθεί μόνο μέσω δοκιμασίας πρόκλησης. Σε αυτήν ο ασθενής λαμβάνει σε ελεγχόμενο χώρο και πάντα υπό την παρακολούθηση του Αλλεργιολόγου σταδιακά αυξανόμενες δόσεις από το φάρμακο, ώστε να παρατηρηθούν οι αντιδράσεις και να υπάρξει οριστική επιβεβαίωση ή αποκλεισμός της αλλεργίας. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και για να βρεθεί ασφαλής εναλλακτική θεραπεία σε επιβεβαιωμένη φαρμακευτική αλλεργία.

Σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις όπου ο ασθενής δεν έχει εναλλακτική επιλογή και το φάρμακο είναι αναγκαίο και αναντικατάστατο (π.χ. αντικαρκινικά φάρμακα), δύναται να δοθεί με τη μέθοδο της απευαισθητοποίησης. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα μόνο σε κατάλληλα εξοπλισμένο περιβάλλον, ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν τυχόν αντιδράσεις.

Κάθε ασθενής με αλλεργική αντίδραση σε φάρμακο πρέπει:

Χωρίς χρονοτριβή να αναφέρει το πρόβλημα στο θεράποντα ιατρό για να εκτιμήσει αυτός το επείγον του προβλήματος.
  • Να διακόψει τη λήψη του «ύποπτου» φαρμάκου
  • Να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες που θα του δοθούν.
  • Να μην πειραματίζεται μόνος του ακόμη και εάν έχουν περάσει χρόνια από την αλλεργική αντίδραση.
  • Να συμβουλευτεί ειδικό Αλλεργιολόγο για την επιβεβαίωση του ένοχου φαρμάκου και την αναζήτηση εναλλακτικών φαρμάκων που μπορεί να πάρει με ασφάλεια.
  • Να κρατά πάντοτε το κουτί με το φάρμακο που του προκάλεσε την αντίδραση.
  • Εάν η αντίδραση έγινε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του σε Νοσοκομείο να ζητά πάντοτε ενημερωτικό σημείωμα για το ποιο φάρμακο θεωρείται υπεύθυνο.
  • Να αναφέρει στο μέλλον σε κάθε γιατρό πριν από τη συνταγογράφηση ή κατά την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο τη φαρμακευτική του αλλεργία και να επιδεικνύει την ειδική γνωμάτευση με τις οδηγίες αποφυγής που του έχουν δοθεί από τον Αλλεργιολόγο

Ηωσινοφιλία


image-238486-ηωσινοφιλία.jpg
Ένα συχνό εύρημα στη γενική αίματος είναι η ύπαρξη αυξημένου αριθμού ηωσινόφιλων κυττάρων. Η διαταραχή αυτή ονομάζεται ηωσινοφιλία. Τα ηωσινόφιλα αποτελούν συνήθως το 1-3% του συνόλου των λευκών αιμοσφαιρίων και είναι καθοριστικά για την αποτελεσματική άμυνα του οργανισμού.

Οι πιο συχνές καταστάσεις που προκαλούν ηωσινοφιλία είναι οι αλλεργικές αντιδράσεις. Άλλα αίτια είναι οι παρασιτικές λοιμώξεις, τα αυτοάνοσα νοσήματα, τα νοσήματα του αίματος και του λεμφικού ιστού κ.τ.λ.

Τα ηωσινόφιλα βρίσκονται στο αίμα αλλά και σε ιστούς και η υπερβολική αύξησή τους μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή και βλάβη των αντίστοιχων οργάνων (π.χ. πνεύμονας, καρδιά).

Ανάλογα με τον αριθμό των ηωσινοφίλων, η ηωσινοφιλία διακρίνεται σε ήπια, μέτρια ή σοβαρή. Η ήπια ηωσινοφιλία συνήθως χρήζει απλώς παρακολούθησης, σε αντίθεση με τη σοβαρή, στην οποία επιβάλλεται επείγουσα διερεύνηση και θεραπεία.

Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να διερευνάται σε βάθος η αιτία η οποία προκάλεσε την ηωσινοφιλία. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι μια αθώα κατάσταση. Πάντοτε, όμως, χρειάζεται έλεγχος.

Μαστοκυττάρωση


Ο όρος μαστοκυττάρωση χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ομάδα νοσημάτων που σαν κοινό σημείο έχουν την ύπαρξη υπερβολικού αριθμού μαστοκυττάρων στο σώμα. Τα μαστοκύτταρα αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού μας συστήματος. Παράγονται στο μυελό των οστών και μεταναστεύουν στους ιστούς, κυρίως σε μέρη τα οποία είναι πιο επιρρεπή σε μολύνσεις όπως το δέρμα, οι πνεύμονες και το γαστρεντερικό σύστημα.

Η μη φυσιολογική συγκέντρωση μαστοκυττάρων μπορεί να αφορά μόνο στο δέρμα, οπότε ονομάζεται δερματική μαστοκυττάρωση ή να είναι γενικευμένη (συστηματική μαστοκυττάρωση), όπου η συσσώρευση των μαστοκυττάρων αφορά ένα τουλάχιστον όργανο εκτός δέρματος.

Στα παιδιά, συνήθως οι βλάβες περιορίζονται στο δέρμα, χωρίς συμμετοχή άλλων οργάνων. Έχουν συνήθως τη μορφή καφέ κηλίδων, ενώ σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να εμφανίζονται φυσαλίδες. Το αντίθετο συμβαίνει στους ενήλικες, όπου σε ποσοστό έως και 90%, όταν έχουν βλάβες στο δέρμα, έχουν και συμμετοχή άλλων οργάνων.

Οι γενικευμένες μορφές μαστοκυττάρωσης κυμαίνονται από ήπιες μέχρι πολύ σοβαρές.

Τα συμπτώματα της μαστοκυττάρωσης ποικίλουν και οφείλονται στην απελευθέρωση διαφόρων ουσιών από τα μαστοκύτταρα (π.χ. ισταμίνη, τρυπτάση). Μπορεί να εμφανίζονται από το δέρμα (π.χ. ερύθημα, κνησμός, κνίδωση), το γαστρεντερικό σύστημα (π.χ. διάρροια, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος), το μυοσκελετικό (π.χ. άτυπα μυϊκά άλγη ή οστεοπόρωση σε νεαρή ηλικία) κ.τ.λ. Εξίσου σημαντικά είναι και τα συμπτώματα από τον ψυχισμό του ασθενή (π.χ. πονοκέφαλος, αλλαγές διάθεσης, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστικότητα, θυμός, κατάθλιψη).

Τα συμπτώματα μπορεί να είναι οξέα ή χρόνια και η σοβαρότητα τους μπορεί να είναι από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί και αλλεργικό σοκ, από την αθρόα απελευθέρωση αυτών των ουσιών!

Τα αίτια που μπορεί να προκαλέσουν την αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων -με αποτέλεσμα την απελευθέρωση των ουσιών που εσωκλείουν- διαφέρουν σημαντικά από ασθενή σε ασθενή. Μπορεί να είναι η αλλεργία σε ένα αλλεργιογόνο (π.χ. τροφή, τσίμπημα από μέλισσα ή σφήκα) αλλά και μη ειδικά ερεθίσματα, όπως η άσκηση, το αλκοόλ και το στρες. Ειδικά όσον αφορά στην αναφυλαξία από υμενόπτερα (μέλισσα, σφήκα), μελέτες αναφέρουν ότι μέχρι και πάνω από το 10% των ασθενών αυτών παρουσιάζουν κάποιου είδους μαστοκυττάρωση, ενώ συχνά η αναφυλαξία από τσίμπημα υμενοπτέρου παρατηρείται σαν πρώτη εκδήλωση της ασθένειας!

Η πρόγνωση της μαστοκυττάρωσης ποικίλει. Στα παιδιά συνήθως υποχωρεί με την πάροδο της ηλικίας. Στους ενήλικες, η πρόγνωση εξαρτάται από τον τύπο της μαστοκυττάρωσης.

Η θεραπεία της συστηματικής μαστοκυττάρωσης εξαρτάται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, προσανατολίζεται στην αντιμετώπισή τους και συνίσταται τόσο στην αποφυγή εκλυτικών παραγόντων όσο και στη φαρμακευτική αγωγή.

Όλοι οι ασθενείς με συστηματική μαστοκυττάρωση, ανεξάρτητα από το ιστορικό αναφυλαξίας, πρέπει να έχουν πάντα μαζί τους στυλό αδρεναλίνης και να είναι εκπαιδευμένοι στη σωστή χρήση της συσκευής.